Ο Αλεξάντερ Βικτόροβιτς Σολόνικ ήταν Ρώσος γκάνγκστερ, ο πιο διαβόητος πληρωμένος δολοφόνος της Ρωσικής Μαφίας, γνωστός με τα προσώνυμια «Μέγας Αλεξάνδρος» και «Σάσα ο Μακεδόνας», λόγω της ικανότητας του να βρίσκει τρόπους για να εξουδετερώνει όλους τους στόχους του, με απόλυτη επιτυχία, όπως έκανε και ο Έλληνας Στρατηλάτης.
Ο Αλεξάντερ Βικτόροβιτς Σολόνικ ήθελε να γίνει αστυνομικός και να καθαρίσει τους δρόμους της Μόσχας από τους κακούς σαν ένα remake του Dirty Harry της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Αντίθετα, εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο διαβόητους δολοφόνους στην ιστορία, σε έναν άνθρωπο που, μέχρι σήμερα, είναι γνωστός σε όλη τη Ρωσία με ένα μόνο παρατσούκλι: Superkiller.
Λίγα είναι γνωστά για τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Με ύψος μόλις 1.70 πιστεύεται ότι υπηρέτησε ως μέλος μιας επίλεκτης μονάδας πληροφοριών των ειδικών σοβιετικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Είχε εγκατασταθεί στο Ανατολικό Βερολίνο όπου εκπαιδευόταν στην κατασκοπεία, στα όπλα, στις πολεμικές τέχνες Sambo και διάφορες άλλες τεχνικές αντικατασκοπίας. Ορισμένοι λένε ότι ήταν μέλος μιας εξαιρετικά μυστικής στρατιωτικής ομάδας που είχε σχεδιαστεί για να δολοφονεί διπλωμάτες του ΝΑΤΟ και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη του στρατού. Άλλες πηγές λένε ότι ήταν απλώς ένας φύλακας ή μη βαθμοφόρο μέλος κάποιας παραστρατιωτικής πολιτοφυλακής.
Αφού η Περεστρόικα ακρωτηρίασε την εξουσία της Σοβιετικής Ένωσης, η μονάδα του Σολόνικ διαλύθηκε και επέστρεψε στο σπίτι, όπου κατατάχθηκε σε Αστυνομική Ακαδημία. Όμως, λίγους μήνες μετά τη θητεία του απολύθηκε για λόγους που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί. Αναστατωμένος που το όνειρό του ναυάγησε, ο Σολόνικ βρήκε δουλειά ως νεκροθάφτης, παντρεύτηκε και έκανε μία κόρη. Μετά τον χωρισμό του θα ξαναπαντρευτεί και θα απόκτησει ένα γιο. Μετά από μερικούς μήνες σκληρής δουλειάς στην περιφέρεια της αγροτικής Ρωσίας, μια από τις φίλες του τον κατηγόρησε για σεξουαλική επίθεση το 1987. Οδηγήθηκε τότε σε δίκη και καταδικάστηκε χωρίς βάσιμα στοιχεία, καθώς η γυναίκα φέρεται να ανακάλεσε κάποια στιγμή. Γι αυτό και καταδικάστηκε σε μόλις οκτώ μήνες φυλάκιση. Στο άκουσμα της ποινής του, ο Σολόνικ ζήτησε μόνο ένα πράγμα: πέντε λεπτά για να αποχαιρετήσει τη γυναίκα του.
Η αστυνομία επέτρεψε στον Σολόνικ να την αποχαιρετήσει, εντός του αστυνομικού τμήματος, αλλά μόλις έμεινε μόνος με τη γυναίκα του, έσπασε το τζάμι του παραθύρου και πήδηξε από τον δεύτερο όροφο του αστυνομικού τμήματος και διέφυγε στο δάσος. Παρά το γεγονός ότι ήταν περικυκλωμένος, κατάφερε να φτάσει μέχρι την Σιβηρία πριν τελικά συλληφθεί μετά από μήνες. Οι ρωσικές αρχές τον συνέλαβαν σε γραφείο αισθητικής χειρουργικής ενώ του αφαιρούσαν όλα τα τατουάζ και τα διακριτικά σημάδια από το σώμα του.
Αυτή τη φορά, αντί για μόλις οκτώ μήνες σε μια φυλακή με ελάχιστη ασφάλεια, τον καταδίκασαν σε πολλά χρόνια σε ένα ομοσπονδιακό γκουλάγκ της Σιβηρίας, όπου αναγκαζόταν να δουλεύει σε πολικές θερμοκρασίες με ένα όπλο πάντα στραμμένο επάνω του. Τη δεύτερη μέρα του στο κέντρο κράτησης, και όταν οι συγκρατούμενοί του έμαθαν ότι είχε φοιτήσει στην Αστυνομική Ακαδημία, τον ξυλοκόπησαν με φτυάρια. Παρά τα βαριά τραύματα στο κεφάλι, κατάφερε να κλέψει ένα φτυάρι και να ακινητοποιήσει και τους 12!
Από εκείνο το σημείο και μετά ασχολήθηκε με τον εαυτό του, δούλεψε σκληρά και γυμναζόταν καθημερινά. Ώσπου μια ημέρα τράβηξε τη σχάρα ενός φρεατίου εξαερισμού, σκαρφάλωσε μέσα από τους αεραγωγούς, παρέκαμψε πολλούς φρουρούς και βρέθηκε εκτός φυλακής!

Κατά τη φυγή στη Μόσχα, ο Σολόνικ έπεσε με μια ρωσική ομάδα οργανωμένου εγκλήματος όπου οι δεξιότητές του και τα πρωτόκολλα δολοφονίας τύπου HK-47 θα αξιοποιούνταν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Οι στόχοι του ήταν σχεδόν αποκλειστικά υψηλόβαθμα μέλη αντίπαλων συμμοριών της ρωσικής μαφίας.
Μια από τις πρώτες δουλειές του ήταν ο «Νονός» αντίπαλης συμμορίας, τον οποίο σκότωσε το 1990. Δύο χρόνια αργότερα θα δολοφονήσει τον Βίκτορ Νικιφόροβ και έξι μήνες μετά έναν άλλον σημαντικό Νονό. Αυτή τη φορά το θύμα ήταν ο Βαλερί Ντλουγκάτζ, την ώρα που διασκέδαζε σε ένα κλαμπ, περιτριγυρισμένος από αρκετούς σωματοφυλακές του και χωρίς να τραυματιστεί κανένα τρίτο πρόσωπο.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως επαγγελματίας δολοφόνος, ο Σολόνικ έγινε ο άνθρωπος που φοβόταν ολόκληρη η Ρωσία. Κέρδισε το παρατσούκλι «Μέγας Αλέξανδρος», όχι μόνο επειδή αυτό ήταν ένα απίστευτα έξυπνο παιχνίδι με το μικρό του όνομα, αλλά και επειδή ήταν διάσημος για τους πυροβολισμούς «Μακεδονικού Στιλ» με διπλά πιστόλια.
Τελικά, συνελήφθη στους δρόμους της Μόσχας ένα πρωί. Συμφώνησε να πάει μαζί τους ειρηνικά, αλλά ακριβώς καθώς ετοιμάζονταν να μπουν στο αστυνομικό τμήμα, έβγαλε το υποπολυβόλο Scorpion που είχε κρύψει κάτω από το μπουφάν του και άνοιξε πυρ. Οι αστυνομικοί τον κυνήγησαν στους δρόμους της Μόσχας, μεταξύ άλλων σε μια γεμάτη αγορά, ενώ ανταλλάσσονταν πυρά με τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στον κόσμο. Ο Σολόνικ σκότωσε επτά αξιωματικούς προτού πυροβοληθεί στο νεφρό, ενώ προσπαθούσε να πηδήξει έναν φράχτη. Οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν την ακρίβεια των βολών του, ακόμη κι όταν έτρεχε με πλήρη ταχύτητα και πυροβολούσε πάνω από τον ώμο του.
Ο Σολόνικ πέρασε οκτώ μήνες στο Κέντρο Κράτησης 1, την πιο καλά φυλασσόμενη φυλακή στη Ρωσία, αναρρώνοντας από τις πληγές του και μελετώντας διάφορες ξένες γλώσσες. Όταν τα τραύματά του επουλώθηκαν πλήρως, έκανε για άλλη μια φορά μια απίστευτη απόδραση. Φέρεται ότι είχε έναν δικό του άνθρωπο εντός της φυλακής και οι δυο τους χρησιμοποίησαν γάντζους και σχοινιά για να βγουν από το κτίριο στη μέση της νύχτας και να κατευθυνθούν προς μια BMW που περίμενε. Μέχρι σήμερα ο Σολόνικ παραμένει ο μόνος άνθρωπος που ξέφυγε ποτέ από αυτή την εγκατάσταση.

ΠΗΓΗ: ertnews.gr


