Στην Ολομέλεια της Βουλής μιλά αυτή την ώρα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στο πλαίσιο της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Η συζήτηση αφορά την πρόταση για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος και το άρθρο 119 του Κανονισμού της Βουλής.
Ξεκινώντας την τοποθέτησή του, ο πρωθυπουργός καλωσόρισε τον Γιώργο Μυλωνάκη στην Ολομέλεια, λέγοντας: «Καλώς ήρθες Γιώργο, σιδερένιος. Πιστεύω ότι όλοι χαιρόμαστε που σε ξαναέχουμε μαζί μας». Περνώντας στην ουσία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ως ζητούμενο της δεύτερης συζήτησης την αναζήτηση των αναγκαίων συγκλίσεων, προκειμένου να αποσαφηνιστεί ποιες θεσμικές αλλαγές μπορούν να προωθηθούν από την επόμενη Βουλή και με ποιες πλειοψηφίες.
«Αυτή η σημερινή δεύτερη συζήτηση μας καλεί να αναστοχαστούμε τον διάλογο ο οποίος μεσολάβησε, υπηρετώντας τις συγκλίσεις που επιδιώκει ο συνταγματικός χάρτης», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, το ζητούμενο είναι «να φανεί ποιες μεγάλες θεσμικές αλλαγές μπορεί να προωθήσει η επόμενη Βουλή και με ποια πλειοψηφία, ώστε να βελτιώσουμε το πολιτικό μας σύστημα».
Ο ίδιος προσδιόρισε ως κεντρικό στόχο την οικοδόμηση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου, το οποίο, όπως είπε, θα καταστήσει αποτελεσματικότερο το κράτος και θα ενισχύσει τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
«Κεντρικός μας στόχος είναι η χώρα να μπορέσει να αποκτήσει ένα σύγχρονο σύστημα, που θα συμβαδίζει με την εποχή, καθιστώντας το κράτος αποτελεσματικότερο και εμπεδώνοντας τη διαφάνεια ως κρίκο εμπιστοσύνης μεταξύ της κοινωνίας και της Πολιτείας», τόνισε.
Επίθεση σε Ανδρουλάκη: «Υποταχθήκατε στο τυφλό “όχι”»
Σφοδρή επίθεση στο ΠΑΣΟΚ και προσωπικά στον Νίκο Ανδρουλάκη εξαπέλυσε στη συνέχεια ο Κυριάκος Μητσοτάκης, καταλογίζοντας συνολικά στην αντιπολίτευση «παντελώς αδιέξοδη τακτική» κατά την πρώτη ψηφοφορία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
«Κάναμε μια τεκμηριωμένη εισήγηση και προτείναμε την αλλαγή 33 διατάξεων, αλλά το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε μετά την πρώτη ψηφοφορία είναι η παντελώς αδιέξοδη τακτική συνολικά της αντιπολίτευσης», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι καμία από τις προτάσεις δεν συγκέντρωσε τις απαιτούμενες 180 ψήφους.
Ο πρωθυπουργός κατηγόρησε κόμματα που «αυτοπροσδιορίζονται ως υπεύθυνα» ότι, όπως είπε, «υποτάχθηκαν στο τυφλό “όχι” ή στο αμήχανο “ναι μεν, αλλά”», στρέφοντας αμέσως μετά τα πυρά του στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ.
«Μιλώ ειδικά για το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη, που έφτασε στο σημείο να μην υπερψηφίζει τομές με τις οποίες συμφωνείτε, μόνο και μόνο επειδή τις προτείνει η κυβέρνηση», είπε απευθυνόμενος στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η επιτυχία μιας συνταγματικής αναθεώρησης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά και από τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Έφερε, μάλιστα, ως παράδειγμα τη στάση της ΝΔ κατά τη συνταγματική αναθεώρηση της περιόδου 1999-2001, λέγοντας ότι τότε το κόμμα του «συμπεριφέρθηκε με υπευθυνότητα» και δεν «τορπίλισε τη διαδικασία για μικροπολιτικούς λόγους».
Συνταγματική Αναθεώρηση: Πανεπιστήμια, επιστολική ψήφος και άρθρο 86
Μπαίνοντας στην ουσία των προτεινόμενων αλλαγών, ο πρωθυπουργός έθεσε διαδοχικά το ζήτημα των μη κρατικών πανεπιστημίων, της επιστολικής ψήφου, της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταγματικών δικλίδων απέναντι σε μελλοντικούς δημοσιονομικούς κινδύνους.
Όπως υποστήριξε, είναι «παράλογο» να μην κατοχυρωθεί συνταγματικά η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, να μην επεκταθεί καθολικά η επιστολική ψήφος σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις και να μη συνδεθεί η απόδοση των δημοσίων υπαλλήλων με το μισθολόγιο.
«Συνεργαστήκαμε για να αποκρούσουμε τη χρεοκοπία και δεν μπορούμε να κατοχυρώσουμε συνταγματικά αντίβαρα απέναντι σε τέτοιους κινδύνους;», διερωτήθηκε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ ότι καταψηφίζει την προτεινόμενη αλλαγή ώστε, όπως είπε, «να ερευνώνται τα πολιτικά πρόσωπα από τη Δικαιοσύνη».
«Όλα αυτά είναι θέματα τα οποία ανέκαθεν τύλιγαν με καχυποψία την πολιτική. Θα μπορούσαμε να τα λύσουμε τώρα και εσείς επιλέγετε να τα παραπέμψετε στις καλένδες», κατέληξε ο πρωθυπουργός.

