Σε λιγότερο από δύο μήνες η «Επίσημη Αγαπημένη» ξεκινάει το ταξίδι της με προορισμό την Ρίγα και σκοπό την κατάκτηση μεταλλίου στο Ευρωμπάσκετ. Στο event που θα σημάνει την έναρξη της νέας σεζόν για το σπορ και για το στοίχημα μπάσκετ. Με την ομάδα μας να πάσχει στην περιφέρεια και να έχει ξεμείνει από «νιάτα», σκεφτήκαμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω και να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο «κοντούς» Αμερικάνους που άφησαν εποχή στο ελληνικό πρωτάθλημα. Και που θα παρακαλούσαμε να παίζουν σήμερα ώστε να πάρουν διαβατήριο και θέση στο ρόστερ της Εθνικής.
Ντέιβιντ Ίνγραμ
Ο Ίνγκραμ ή Άνκρουμ. Ή όπως τον αποκαλεί κανείς – αφού στα αγγλικά γράφεται Ancrum. Ένας σπάνιος σκόρερ, που με τη φανέλα του Ηρακλή έκανε θαύματα, κοντράροντας στα ίσια ακόμη και τον Νίκο Γκάλη στα ένδοξα μπασκετικά ‘80s. Τότε που το Ελληνικό μπάσκετ ήταν στο απόγειο και στο νεότευκτο Ιβανόφειο γινόταν προσκύνημα.
Η εκκίνηση του Ίνγκραμ ήταν εντυπωσιακή: 35 πόντοι στην πρεμιέρα απέναντι στον Φίλιππο Θεσσαλονίκης, στις 15 Οκτωβρίου 1988. Ακολούθησαν τέσσερα χρόνια μοναδικών παραστάσεων. Σε 104 αγώνες πρωταθλήματος σημείωσε συνολικά 3.501 πόντους – ένας μυθικός μέσος όρος 33,7 πόντων ανά αγώνα!
Διέθετε εξαιρετικό jump shot, κινήσεις υψηλής τεχνικής με ή χωρίς την μπάλα, εντυπωσιακό άλμα και τη μοναδική ικανότητα να «μένει στον αέρα», ξεπερνώντας τους πιο ψηλούς αντιπάλους του. Όμως το πραγματικό του «όπλο» ήταν η εκπληκτική του ευστοχία: συνήθως πάνω από 55%, σε παιχνίδια που επιχειρούσε 20+ σουτ! Ασύλληπτο για shooting guard! Αν το κουπόνι στοιχήματος της εποχής προσέφερε αγορές για σκόρερ, τότε οι αποδόσεις του δεν θα ξεπερνούσαν το 1.10!
Με τον Ίνγκραμ στον ηγετικό ρόλο, ο Ηρακλής κατέκτησε δύο φορές την 4η του πρωταθλήματος και άλλες δύο φορές την 5η. Η κορυφαία του σεζόν ήταν αυτή του 1989-90, όταν σε 27 αγώνες πέτυχε 1.002 πόντους, δηλαδή μέσο όρο 37,1! Κι όμως, δεν πήρε ποτέ τον τίτλο του πρώτου σκόρερ, αφού πάντα υπήρχε ο Γκάλης. Όταν εκείνος απουσίασε, τη σεζόν 1991-92, εμφανίστηκε ο Ζάρκο Πάσπαλι που του πήρε το φαγητό από το στόμα.
Αλφόνσο Φορντ
Ο Φορντ δεν ήταν παίκτης τίτλων. Δε σήκωσε ποτέ κάποιο Ευρωπαϊκό τρόπαιο και δεν έπαιξε σε τελικούς. Κι όμως, η παρουσία του υπήρξε τόσο καθηλωτική, τόσο αυθεντικά μπασκετική, που ξεπέρασε τα όρια της στατιστικής και των μεταλλίων. Δεν είναι τυχαίο που η Ευρωλίγκα αποφάσισε να δώσει το όνομα του στο βραβείο του κορυφαίου σκόρερ της σεζόν. Ο Αλφόνσο Φορντ έγινε σύμβολο. Όχι γιατί κέρδισε τα πάντα, αλλά γιατί έπαιξε το μπάσκετ με την ψυχή του.
Πρώτη ευρωπαϊκή στάση για τον Αλφόνσο, η Ισπανική Ουέσκα. Στην λίγκα ACB έγραψε 25,1 πόντους, 4 ριμπάουντ και 3 ασίστ ανά αγώνα. Εκεί τον «μυρίστηκε» ο Κώστας Μίσσας και proxima estaccion το Σαλούν στον Παπάγο. Ένα γήπεδο βγαλμένο από άλλη εποχή στο οποίο όμως αγωνίστηκαν κατά καιρούς μυθικά ονόματα του παγκοσμίου μπάσκετ.
Το καλοκαίρι του 1996, η ομάδα των βορείων προαστίων έγινε η πρώτη του μπασκετική πατρίδα στην Ελλάδα. Με τη φανέλα των «στρατηγών», ο Φορντ έκανε αυτό που ήξερε να κάνει από παιδί: να σκοράρει με κάθε πιθανό τρόπο. Ο Παπάγος είχε δημιουργήσει μια εξαιρετική ομάδα, που τερμάτισε στην 7η θέση της Α1, πετυχαίνοντας σπουδαίες νίκες — ανάμεσά τους και το 86-76 επί του Ολυμπιακού.
Ο ίδιος αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με μέσο όρο 23,6 πόντους. Λίγο αργότερα όμως οι γιατροί του ανακοίνωσαν πως πάσχει από λευχαιμία. Ο Παπάγος αναγκάζεται να διακόψει το συμβόλαιό του αλλά αγωνίστηκε ακόμα σε Σπορτινγκ, Περιστέρι, Ολυμπιακό, Σιένα και Σκαβολίνι.
Αν προσπαθήσουμε να προσομοιάσουμε το στυλ του Αλφόνσο με το στυλ κάποιου παίχτη που παίζει στο σήμερα, τότε μάλλον ψάχνουμε για τον Σέιν Λάρκιν. Εν έτει 2025 και ενόψει Ευρωμπάσκετ, είναι σχεδόν σίγουρο πως η ΕΟΚ θα έδινε πανεύκολα Ελληνικό διαβατήριο σε παίκτες αυτού του είδους, όπως ακριβώς έκανε με τον Τόμας Γουόκαπ. Και τι δε θα δίναμε να δούμε στην ίδια ομάδα Ίνγκραμ ή Φορντ και Γιάννη Αντετοκούνμπο…..

