Στην καρδιά της Ελλάδας, στα χωριά του πρώην Δήμου Ξυνιάδος του Δήμου Δομοκού, ζουν άνθρωποι που κρατούν ζωντανή την ύπαιθρο, με μόχθο, αξιοπρέπεια και πίστη στον τόπο τους. Στη Μακρυρράχη (γνωστή και ως Καΐτσα), οι κάτοικοι παλεύουν καθημερινά για την επιβίωση, φροντίζοντας τις οικογένειες και τους ηλικιωμένους συγγενείς τους, καλλιεργώντας τη γη και στηρίζοντας τον τόπο τους με κάθε τρόπο. Όμως, βιώνουν έναν αποκλεισμό που δεν αρμόζει σε μια σύγχρονη κοινωνία: τη συγκοινωνιακή απομόνωση.
Χωρίς τακτική δημόσια συγκοινωνία, οι κάτοικοι των χωριών αυτών δυσκολεύονται αφάνταστα να μετακινηθούν στις κοντινές πόλεις – Δομοκό, Λαμία, Καρδίτσα – για βασικές τους ανάγκες: επισκέψεις σε γιατρούς, αγορές, πληρωμές, διοικητικές υποθέσεις. Όσοι δεν διαθέτουν ιδιωτικό όχημα, εξαρτώνται από ταξί – όταν υπάρχουν – ή από τη βοήθεια συγχωριανών τους. Διαφορετικά, απλώς μένουν αποκλεισμένοι.
Η κατάσταση δεν είναι καινούργια. Πριν από μερικά χρόνια, το τρένο σταματούσε στον σταθμό Αγγείων, δίνοντας μια ανάσα μετακίνησης στους κατοίκους. Σήμερα, ούτε τρένο ούτε λεωφορείο. Ένας ολόκληρος κόσμος ζει χωρίς πρόσβαση στις υποδομές που δικαιούται. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους μόνιμους κατοίκους. Είναι και οι καταγόμενοι από τα χωριά, που θέλουν να επιστρέψουν για διακοπές ή για να επισκευάσουν τα πατρικά τους. Είναι και οι επισκέπτες, οι λουόμενοι των ιαματικών λουτρών Καΐτσας – Δρανίστας, που δεν μπορούν πια να προσεγγίσουν τον προορισμό τους.
Η Συντονιστική Επιτροπή των κατοίκων ζητά το αυτονόητο: να αποκατασταθεί άμεσα μια στοιχειώδης συγκοινωνιακή σύνδεση. Μία καθημερινή διαδρομή, ένα δημοτικό λεωφορείο, ή μια στάση τρένου στον Σταθμό Αγγείων, θα έδιναν ξανά ζωή και προοπτική στα χωριά αυτά. Είναι ζήτημα ισότητας, αξιοπρέπειας και κοινωνικής συνοχής. Δεν μπορεί οι κάτοικοι του κέντρου της Ελλάδας να αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Εκπέμπεται SOS από τη Μακρυρράχη και τα γύρω χωριά. Η Πολιτεία καλείται να ακούσει – και να δράσει.

