Το Eurogoup της 5ης Δεκεμβρίου 2016 αποφάσισε: Ο κ. Τσίπρας για να παραμείνει στην καρέκλα της εξουσίας θα πάρει πολλά νέα μέτρα και για πολλά χρόνια. Η καλοδεχούμενη ελάφρυνση χρέους που πήρε ως αντάλλαγμα ήταν μια αυτονόητη μικρή παραχώρηση των Ευρωπαίων εταίρων μας. Η οποία άλλωστε δεν τους κοστίζει τίποτα, όπως ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) κ. Κ. Ρέγκλινγκ έσπευσε να τονίσει στη συνέντευξη τύπου και όπως αναλύεται σε σχετική ανακοίνωση του ESM.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η β’ αξιολόγηση δεν “έκλεισε” όπως είχε δεσμευθεί ο κ. Τσίπρας. Στο Eurogroup φάνηκε ότι υπάρχει σημαντική απόσταση για να επέλθει συμφωνία, ενώ τα ανοιχτά θέματα, ιδίως δε τα εργασιακά, παραπέμφθηκαν ξανά σε τεχνικό επίπεδο. Συνεπώς, ένα σημαντικό χρονικό “ορόσημο” χάθηκε, η αβεβαιότητα διατηρείται, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης καθυστερεί και η ανάκαμψη της οικονομίας αναβάλλεται. Ταυτόχρονα, η εμπειρία από τις προηγούμενες καθυστερήσεις της κυβέρνησης δείχνει ότι κάθε αναβολή ανεβάζει το λογαριασμό και απαιτεί πρόσθετα μέτρα από όλους τους Έλληνες.

2ον. Νέα επώδυνα μέτρα επιβάλλονται. Στην ανακοίνωση (statement) του Eurogroup και στις δηλώσεις των επικεφαλής των τριών θεσμών (Eurogroup, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ESM) τονίζεται ότι η κυβέρνηση πρέπει να πάρει πρόσθετα μέτρα για να επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Μάλιστα αυτό καθίσταται “προαπαιτούμενο” για να κλείσει η β’ αξιολόγηση. Πόσα θα είναι αυτά τα μέτρα; Ο λογαριασμός των μέτρων ξεπερνά, σύμφωνα με τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών κ. Γ. Χουλιαράκη, τα 700 εκατ. ευρώ μόνο για το 2018. Και ο λογαριασμός, δυστυχώς αρχίζει, δεν τελειώνει, εδώ: ο στόχος 3,5% του ΑΕΠ θα παραμείνει αμετάβλητος για ακόμη 3-10 χρόνια μετά το 2018! Και για να επιτευχθεί θα πρέπει να παρθούν πρόσθετα μέτρα. Απογυμνωμένη από κάθε κυβερνητικό “φτιασίδωμα” αυτή η δέσμευση σημαίνει ότι ο κ. Τσίπρας θα καταργήσει την προσωπική διαφορά στις συντάξεις και θα περικόψει (δεύτερη φορά σε λίγους μήνες) το αφορολόγητο όριο, ανεβάζοντας τα μέτρα μέχρι τα 4,5 δις ευρώ.

3ον. Καμία συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, ούτε λέξη για την ποσοτική χαλάρωση. Ο κ. Τσίπρας έλεγε ότι θα κλείσει η β’ αξιολόγηση ταυτόχρονα με τα μέτρα για το χρέος και την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα “ποσοτικής χαλάρωσης” (QE) της ΕΚΤ. Μάλιστα στην Ομιλία του στο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, (13.10.2016) τόνιζε ότι “Δεν υπάρχει θα δούμε. Ταυτόχρονα”.

Τίποτα από αυτά δεν έγινε. Ούτε “ποσοτική χαλάρωση”, ούτε μακροπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, ούτε καν για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσής του. Αντ’ αυτών, συμφωνήθηκαν μόνο τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος (βλέπε παρακάτω), ενώ η συμμετοχή του ΔΝΤ στο Ελληνικό Πρόγραμμα συναρτάται πλέον από την προηγούμενη λήψη μέτρων από την ελληνική πλευρά για να “κλείσει” η β’ αξιολόγηση. Δηλαδή, η Ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται να πάρει πρόσθετα, επώδυνα, μέτρα για να κλείσει τη β’ αξιολόγηση, χωρίς να ξέρει αν θα λάβει χρηματοδότηση, αλλά και χωρίς καμία ουσιαστική ελάφρυνση για το χρέος! Και πανηγυρίζει κιόλας!

4ον. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος είναι “πολύ λίγα, πολύ αργά”. Tα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος είναι αυτονόητα. Είχαν συμφωνηθεί στο Eurogroup από τις 24 Μάϊου 2016. Τέτοια μέτρα συζητούνταν από κοινού με τους δανειστές ήδη από το 2013-2014 χάρη στις θυσίες του ελληνικού λαού.

Και θα εφαρμόζονταν το 2015, μετά τη λήξη του 2ου Μνημονίου, ως συμπληρωματικά μέτρα στην προληπτική πιστωτική γραμμή, ώστε όλα μαζί να αποτελέσουν το δίχτυ ασφαλείας για να βγει ομαλά η Ελλάδα στις αγορές.

Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που συμφωνήθηκαν στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016 είναι:

*  Η επιμήκυνση των λήξεων των δανείων του EFSF/ESM έως τα 32,5 χρόνια (από 28). Αυτή η ανάγκη δεν θα υπήρχε αν ο κ. Τσίπρας δεν είχε επιβάλλει το 3ο Μνημόνιο.

* Η άρση του “πέναλτι” (αύξηση επιτοκίου 2%) στα δάνεια που χορηγήθηκαν από τους δανειστές στην Ελλάδα για την επαναγορά χρέους το Δεκέμβρη 2012. Το “πέναλτι” αυτό θα είχε καταργηθεί αυτόματα αν το 2ο Μνημόνιο είχε λήξει ομαλά το 2015, πράγμα που δεν επέτρεψε να συμβεί ο κ. Τσίπρας προκαλώντας εκλογές.

* Η μετατροπή των υφιστάμενων πολύ χαμηλών κυμαινόμενων επιτοκίων σε σταθερά, σε ένα μικρό μέρος του συνολικού χρέους της χώρας. Πίσω από αυτή τη γενική διατύπωση βρίσκεται η ανταλλαγή τίτλων του EFSF/ESM που είχαν δοθεί στις ελληνικές τράπεζες για την τραπεζική ανακεφαλαιοποίηση (συνολικά περίπου 42,7 δις ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ). Για να υπάρχει μια τάξη μεγέθους σημειώνεται ότι τα 42,7 δις ευρώ αφορούν ένα μικρό μέρος του συνολικού χρέους προς τον  EFSF/ESM (173,5 δις ευρώ μέχρι σήμερα) και ακόμη μικρότερο έναντι του συνολικού δημοσίου χρέους (324 δις ευρώ στο τέλος του 9μηνου 2016).

‘Όπως είναι φανερό οι δύο από τις τρείς βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις στο χρέος δεν θα χρειάζονταν αν δεν κυβερνούσε ο κ. Τσίπρας!

Αλλά ακόμη και με αυτές, η όποια ελάφρυνση επέρχεται κατά το μεγαλύτερο μέρος μετά το 2040. Έτσι, το 2060 το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι κατά 20% περίπου χαμηλότερο. Πρόκειται λοιπόν για μια λογιστική βελτίωση του λόγου χρέους προς το ΑΕΠ.

Φυσικά, δεν κόβεται ούτε ένα ευρώ, σε αντίθεση με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012 (PSI τον Μάρτιο και επαναγορά ομολόγων το Δεκέμβριο) όταν “κουρεύτηκαν” 132 δις ευρώ χρέους και μειώθηκαν οι δαπάνες για τόκους 10 δις ευρώ το χρόνο.

Αντίθετα, βραχυπρόθεσμα, οι Έλληνες φορολογούμενοι θα καταβάλλουμε περισσότερα χρήματα για την εξυπηρέτηση των τόκων. Ενώ υπάρχει κόστος και για τις ελληνικές τράπεζες. Δεδομένης της κατάστασης που βρίσκονται οι τράπεζες σήμερα, η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να αντισταθμίσει αυτό το κόστος επιβαρύνοντας πάλι τους φορολογούμενους. Και το κόστος αυτό δεν είναι αμελητέο, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, εκτιμάται σε τουλάχιστον 2 δις ευρώ.

Συμπερασματικά, ο κ. Τσίπρας για να πάρει το αυτονόητο (βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους) αποδέχεται το αδιανόητο (δέσμευση της χώρας για διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ και λήψη συνεχών μέτρων για πολλά χρόνια μετά το 2018).

Για να ξεφύγουμε από αυτή τη μέγγενη ο ένας τρόπος υπάρχει: Πολιτική αλλαγή. Ώστε μια αξιόπιστη κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να εφαρμόσει το μόνο σοβαρό σχέδιο εξόδου από την Κρίση: τη Συμφωνία Αλήθειας. Που αλλάζει το μείγμα πολιτικής, με λιγότερους φόρους και δαπάνες και αποτελεσματικότερο Κράτος, με επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και των αποκρατικοποιήσεων. Μόνο έτσι έρχονται επενδύσεις, ανοίγουν δουλειές, μειώνεται η ανεργία και αυξάνει η απασχόληση. Μόνο έτσι δίνεται ελπίδα και προοπτική.

* Ο κ. Στέλιος Πέτσας είναι Σύμβουλος Δημοσιονομικής Πολιτικής του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Κ. Μητσοτάκη