Χριστουγεννιάτικα έθιμα της υπαίθρου που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου


Αργολίδα

Η καταγραφή των εθίμων στην Αργολίδα προέρχεται κυρίως από το βιβλίο του αείμνηστου Κώστα Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδας» (1980). Όπως αναφέρεται, σε αρκετά χωριά, όπως οι Μυκήνες, η Στέρνα, οι Λίμνες, την παραμονή των Χριστουγέννων έβαζαν στο τζάκι ένα πολύ μεγάλο κούτσουρο να καίει όλη τη νύχτα για να ζεσταθεί η Παναγιά και το βρέφος.

Το μεγάλο πρόβλημα άκουγε στο όνομα «καλικάντζαροι», που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των χωρικών. Και τι δεν έκαναν για να διώξουν τα κακά πνεύματα… Στον Λάλουκα, έκαναν σταυρούς στις πόρτες με μπογιά ή αίμα αρνιού ή κότας, μήπως και τα κυνηγήσουν.

Στο Λυγουριό, από τον φόβο μήπως τα «γκατζόνια» (έτσι τα έλεγαν) κατουρήσουν στο τζάκι, έβαζαν πάνω στο φουγάρο κλαδιά αγριοσπαραγγιάς. Κάθε πρωί πετούσαν τη στάχτη για να μην πιάσουν δαιμονόψειρες. Στο τζάκι δεν ζέσταιναν νερό για μπουγάδα ή για λούσιμο. Τα σπαράγγια ήταν το ντεκόρ και στα κεραμίδια της Στέρνας και της Φρουσιούνας. Όταν τα δαιμόνια πλησίαζαν το χωριό θα έλεγαν: «Σπαράγγια μυρίζει εδώ; Δεν είναι καλό χωριό». Στις Μυκήνες σκέπαζαν τα δοχεία να μην τα μαγαρίσουν.

Πριν από μερικές δεκαετίες, στη Δήμαινα δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει ποδαρικό για τον νέο χρόνο κάποιος… κατσικοπόδαρος. Ο πρώτος επισκέπτης της χρονιάς ήταν αρνοπόδαρος! Ο νοικοκύρης του σπιτιού έριχνε μέσα στο σπίτι ένα μικρό αρνάκι για το καλό της επόμενης χρονιάς. Αντίθετα, στο Παναρίτη, ο πρώτος «επισκέπτης» ήταν μια πέτρα την οποία τοποθετούσε στο σπίτι ο ιδιοκτήτης.

Αν μάλιστα ήταν και άσπρη, τόσο το καλύτερο. Η μεταφορά της, ωστόσο, ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία, καθώς ο πατέρας με το που ξυπνούσε, χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν, έβγαινε στην αυλή. Πλενόταν καλά στην εξωτερική βρύση (να μην του μπει ο νέος χρόνος με την τσίμπλα στο μάτι), σήκωνε τη μεγάλη κοτρόνα και, μπαίνοντας στο σπίτι, φώναζε: «Χρόνια πολλά. Καλή χρονιά. Όσο βαραίνει η πέτρα μου να βαραίνει και η σακούλα μου». Έπειτα, την τοποθετούσε στο παραγώνι. Το ίδιο ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν και οι υπόλοιποι άνδρες του σπιτιού.

Κι ενώ στα περισσότερα χωριά το πρωί της πρώτης μέρας του χρόνου προτιμούσαν να το περνούν δίπλα στο τζάκι, στο Αραχναίο πήγαιναν στα χωράφια τους για να κόψουν γρασίδι. Το φορτώνονταν, το μετέφεραν στο σπίτι και εκεί το σκορπούσαν σε όλα τα δωμάτια. Μια μικρή δέσμη την έβαζαν στο εικόνισμα. Με τον τρόπο αυτόν, τα σπαρτά τους θα ήταν τις επόμενες 364 ημέρες γεμάτα καρπούς.

Λακωνία

Σε όλα τα σπίτια, παραμονές Χριστουγέννων πλάθουν και ψήνουν τις λαλαγγίδες, τα γνωστά μανιάτικα λαλάγγια.

Κορινθία

Το δωδεκαήμερο άρχιζε από το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων και κρατούσε έως τις 5 Γενάρη. Κατά τη διάρκεια των 12 αυτών ημερών, επικρατούσαν κατά κύριο λόγο, οι δεισιδαιμονίες. Οι εργασίες περιορίζονταν στα απαραίτητα και η φωτιά είχε κυρίαρχο ρόλο στη ζωή των κατοίκων, αφού «έδιωχνε τα κακά πνεύματα». Γι’ αυτό και έπρεπε πάντα να είναι αναμμένη και, μάλιστα, κάποιοι συνήθιζαν να τοποθετούν στο τζάκι διαφορετικά είδη ξύλου, όπως κέδρο, αγριοκερασιά, αγριοκυπάρισσο, για να είναι γεροί οι νοικοκύρηδες του σπιτιού.

Την Πρωτοχρονιά τα παιδιά, μετά τα κάλαντα, συγκεντρώνονταν στην αλάνα του χωριού και έπαιζαν «δεκάρες», «στριφτό» και άλλα παιχνίδια. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι νέοι πήγαιναν στη βρύση και στις 12 ακριβώς γέμιζαν τις κανάτες τους με το «πρώτο νερό της χρονιάς» για να έχουν καλά εισοδήματα οι οικογένειες. Την Πρωτοχρονιά έραιναν τα σπίτια τους με αυτό το νερό.

Μεσσηνία

Στη Μεσσηνία, ξεχωριστή θέση είχε το σπάσιμο του ροδιού. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, ο νοικοκύρης του σπιτιού πήγαινε στην εκκλησία κρατώντας το ρόδι του για να το «λειτουργήσει». Κατά την επιστροφή από την εκκλησία, ο νοικοκύρης έμπαινε πρώτος στο σπίτι με το ρόδι στο χέρι και αφού το έσπαγε, ρίχνοντάς το κάτω, έκανε ευχές για υγεία και ευτυχία για το νέο έτος. Επίσης, το πρωί της Πρωτοχρονιάς, όταν τα μέλη της οικογένειας έβγαιναν από το σπίτι, πατούσαν πάνω σε μία μεγάλη πέτρα, την οποία είχε τοποθετήσει στο κατώφλι η νοικοκυρά από την παραμονή.

Αρκαδία

Στην ιστοσελίδα arcadonxronoi.gr διαβάζουμε σε ένα κείμενο γεμάτο νοσταλγία: «Φτιάχναμε τους κουραμπιέδες με το λίπος από τα χοιρινά. Τους βγάζαμε ρόδινους από τον φούρνο και τους ρίχναμε ψιλή ζάχαρη», θυμάται η 90χρονη Βασιλική Γεωργακοπούλου από το Καλλιάνι. «Φτιάχναμε ακόμη μουστοκούλουρα, τότε είχαν αμπέλια οι Καλλιαναίοι, χαλβά του τηγανιού και χριστόψωμο. Στην εκκλησία πηγαίναμε νύχτα. Τότε βάραγε ο παπάς την καμπάνα. Φτιάχναμε και τα ‘‘ζούπατα’’.

Ζυμώναμε το προζύμι, φούσκωνε στην κατσαρόλα – πολλές φορές στην άκρη της σκάφης… Εκεί το σκεπάζαμε και γινότανε. Τα ‘‘ζούπατα’’ τα τηγανίζαμε σε κατσαρόλα με πολύ λίπος. Τα βγάζαμε, τα πασπαλίζαμε με ζάχαρη, κανέλλα και καρύδια» αφηγείται. «Την εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα κάναμε τα χοιροσφάγια» θυμάται η ανιψιά της, Βάσω Κοκοσιούλη. Χοιρινό ψητό στο φούρνο ή χοιρινό με σέλινο ήταν το χριστουγεννιάτικο φαγητό και από κοντά ήταν τα γλυκά των ημερών.





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.